8 Απρ 2006

Σισυφιακή πορεία

Στο παλιό καφενεδάκι, κάτω από δυο πανύψηλες θροϊζουσες λεύκες, καθόμασταν με κάτι παλιούς φίλους. H πόλη, λαχανιασμένη ακόμη απ' τον κάματο της μέρας άρχιζε σιγά-σιγά να ξαποσταίνει. Τα κτίρια αποτίνασσαν τη ζέστη της μέρας, οι γραμμές τους μαλάκωναν καθώς βυθίζονταν στο σκοτάδι.

Τι γυρεύαμε τούτη την ώρα εκτός από το ν' αφουγκραστούμε τον κτύπο της καρδιάς της γκρίζας τσιμεντούπολης καθώς η σκόνη, οι θόρυβοι, καταλάγιαζαν —όσο εξέπνεε η αγχωτική τροχιά της. Παραγγείλαμε παγωμένες μπύρες. Δροσίζοντας τα χείλη μας σιγά-σιγά αναπτερωνόταν η ελπίδα μας για μια ανακτημένη ποιότητα ζωής, μέσα σ' αυτούς τους τοίχους όπου περιφέραμε μια μοναξιά που αντλούσε κουράγιο να συνεχίζει να υπάρχει μέσα από εκείνα που την έτρεφαν: Τη βαθύτερη γνώση πως βρισκόμασταν σε μια πορεία σισυφιακή, μόνοι —κι αυτό αντί να είνα η ήττα μας, έπρεπε να γίνει η δύναμη μας.
Απέναντι απ' το παλιό εκκλησάκι, η συζήτηση οδηγήθηκε σε κάποιον μοναχό που είχαμε προ ετών συναντήσει. Μια παράξενη απάντηση στην πρόκληση της ζωής —ν' απαρνηθείς τα εγκόσμια, να ενδυθείς το ρούχο της απόλυτης παραίτησης και της υποταγής στην απώτατη μοίρα του ανθρώπου που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ένωση με το Θείο.

"Θυμάστε, τότε μας είχε δεχτεί, στο πρόσωπο μας διαγραφόταν η δυσπιστία -ερχόμασταν ανέμελοι, με τη δίνη της ύλης να συμπαρασύρει τα βήματα μας, ανυποψίαστοι για μια πορεία δύσκολη που διαπερνάται σ' όλο της το φάσμα απ' το χρόνο που δεν αντιμετωπίζεται, απ' την απώλεια αγαπημένων προσώπων, από την αίσθηση πως ποτέ, τίποτε δεν είναι αρκετό. Είχαμε πάει να τον βρούμε σαν κάτι αξιοπερίεργο, που θα μας συμβούλευε για ένα μέλλον που αγωνιούσαμε να μάθουμε - μας άφησε στην άγνοιά μας, του είχαμε φανεί πως δεν είχαμε και τόσο την ανάγκη του, τι να μας έλεγε;

Για υπομονή, περισυλλογή, αποδοχή, καρτερία; Για κάποια άλλη μορφή που θα έπαιρνε η ύπαρξη μας κάποτε; Είχε καταλάβει, πως εμείς θέλαμε το Τώρα, να μας το περιγράψει χαρμόσυνο —προπομπό σπουδαίων συμβάντων που θα ικανοποιούσαν τη νεανική μας ματαιοδοξία. —περισσότερα